Τετάρτη, 02 Ιουλίου 2008

Κι αν έρθει ο Κινέζος?

Είχαμε ξεκινήσει γύρω στις τρεις το μεσημέρι. Σε όλη τη διαδρομή τη χάζευα. Φορούσε ένα άσπρο μπλουζάκι με τιράντες και μια άσπρη φουστίτσα και το μόνο που ήθελα ήταν να τη σηκώσω και να χαϊδέψω το μουνί της. Δε με άφηνε, όμως. Κάναμε δύο στάσεις και η δεύτερη τράβηξε για αρκετή ώρα. Τελικά, φτάσαμε στην Αθήνα γύρω στις 10.

Ήμουν απίστευτα γκαβλωμένος και το μόνο που ήθελα ήταν να πηδηχτούμε. Έπρεπε όμως να γίνουν πρώτα κάποιες δουλειές. Να κάνουμε ένα μπάνιο, να τακτοποιήσουμε τα ρούχα στη ντουλάπα, να φάμε κάτι γιατί ειχαμε ξελιγωθεί. Όλη εκείνη την ώρα δε την άφηνα να φύγει από κοντά μου και όλη εκείνη την ώρα προσπαθούσε να απομακρυνθεί. Δε κρατιόμουν. Τελικά, αφού αποφασίσαμε και παραγγείλαμε κινέζικο και ενώ εκείνη έσκυβε στη βαλίτσα της για να βγάλει ένα ζευγάρι παπούτσια, πήγα και κόλλησα τον πούτσο μου στον κώλο της, έσκυψα και χούφτωσα τα βυζιά της. Τα χάιδεψα. Άρχισε να ανασαίνει βαριά. Ανασηκώθηκε και αρχίσαμε να φιλιόμαστε. Και τότε το πέταξε...

Κι αν έρθει ο Κινέζος?

Αν έρθει, της είπα, θα του ανοίξω ούτως ή άλλως εγώ. Τι στεναχωριέσαι? Αρχίσαμε και πάλι να φιλιόμαστε. Το χέρι μου είχε μπει πλέον μέσα από τη μπλούζα της. Η ρόγα της είχε σκληρήνει. Όμως...

Κι αν έρθει ο Κινέζος?

Ρε μωρό μου, της απάντησα, μας είπαν πως θα κάνουν γύρω στη μια ώρα μέχρι να έρθουν. Τι στεναχωριέσαι? Και αφού, σου είπα, εγώ θα ανοίξω. Την αγκάλιασα και άρχισα να της γλείφω το λαιμό. Φαινόταν πως είχε πλέον γκαβλώσει και εκείνη. Ξαπλώσαμε στο κρεβάτι. Άρχισα να τρίβομαι επάνω στο μουνί της. Πόσο γούσταρα εκείνες τις στιγμές, όταν έδειχνε πλέον να παραδίνεται. Και εκεί που όλα ήταν πλέον θέμα λίγων λεπτών...

Κι αν έρθει ο Κινέζος?

Σηκώθηκα και πήγα στο μπάνιο. Γαμώ την παναγία και τους τετρακόσιους αγίους και γαμώ και το βούδα και το μωάμεθ και όλα τα τελώνια και τα ξωτικά και τους δαίμονες της κόλασης. Γαμώ το σάβανο της αδερφής του Χριστόφορου Κολόμβου. Γαμώ τα δύο δισεκατομμύρια Κινέζους του πλανήτη. Μπήκα στη ντουζιέρα και άφησα να πέσει επάνω μου παγωμένο νερό. Όταν βγήκα μου χαμογελούσε. Έβραζα, αλλά προσπαθούσα να μη το δείξω. Και το έκανα καλά, όπως μου μετά από μήνες. Ξάπλωσα δίπλα της, με αγκάλιασε και άναψε ένα τσιγάρο. Έλα, μου είπε, θέλεις κι εσύ? Ας έρθει, ας φάμε και μετά θα έχουμε όλη τη νύχτα δική μας. Τραγούδα, είπα μέσα μου. Τώρα που ξενέρωσα, άντε να μου ξανακάνει κούκου.

Ο Κινέζος ήρθε. Φορούσε ένα λιγδιασμένο πουκάμισο, μια φτηνιάρικη βερμούδα και κίτρινες σαγιονάρες που αναδείκνυαν τα κατάμαυρα νύχια του. Γιεκαοχκιώ ευγιώ, μου είπε με ένα ηλίθιο χαμόγελο. Ανάθεμα τη μαλακισμένη τη φιλενάδα σου, σκέφτηκα, το γαμημένο το πουτανί, τον αρχιτζάνκαρο που μας πρότεινε το συγκεκριμένο κωλομάγαζο λέγοντας πως είναι καλό.

Φάγαμε στα γρήγορα. Εκείνη δηλαδή έφαγε στα γρήγορα, γιατί εγώ δε πρόλαβα να φάω ούτε τα μισά. Κρατούσα ένα spring roll με γαρίδα στο χέρι, όταν πέταξε τις συσκευασίες κάτω και άπλωσε το χέρι της για να μου πιάσει τον πούτσο. Να τα μας. Άρχισε να με φιλάει. Ανταποκρίθηκα. Έβγαλα τη μπλούζα της και εκείνη κατέβασε το βρακί της και ξάπλωσε με τα πόδια ανοιχτά. Ξάπλωσα κι εγώ και το κεφάλι μου χώθηκε εκεί. Άρχισα να τη γλείφω. Έλα όμως που είχα ήδη ξενερώσει από πριν. Και επειδή ακριβώς δεν είμαι ο ρόμποκοπ, όταν ξενερώσω μια φορά, ο πούτσος μου βροντοφωνάζει καληνύχτα και πέφτει για νανάκια...

Η κυρία θύμωσε. Ήταν ο πρώτος μας καβγάς. Έπεσε για ύπνο χωρίς να πει κουβέντα. Μετά από λίγο κοιμήθηκα κι εγώ. Άει γαμήσου, σκέφτηκα, κι εσύ κι ο Κινέζος σου. Μετά από αρκετό καιρό μου "εξήγησε" τους λόγους της συμπεριφοράς της. Ήταν, είπε, η πρώτη φορά που πηγαίναμε κάπου μαζί για δύο εικοσιτετράωρα και με έπιασε άγχος. Ναι, σκέφτηκα, την παρθενιά της μύτης σου θα σου έπαιρνα και δεν ήξερες τι να κάνεις.

Τρίτη, 01 Ιουλίου 2008

Όνειρο ήτανε...

Το τηλέφωνο χτυπούσε ασταμάτητα. Και το άκουγα, αλλά ήξερα πως δε χρειαζόταν να το σηκώσω. Μέσα σε δευτερόλεπτα είχα βρεθεί εκεί. Χρώματα, ήχοι, εικόνες που ονειρευόμουν μια ολόκληρη ζωή. Και ήταν εκεί, όλοι και όλες.

Ο Ορέστης, ο οποίος είχε πάρει το πτυχίο του και έκοβε βόλτες δίπλα στην παραλία με την ολοκαίνουργια μηχανή του. Που και που σταματούσε, κατέβαινε και έβγαζε φωτογραφίες.

Η Όλγα, η οποία είχε αποκτήσει το καλύτερο μαύρισμα της ζωής της και το απολάμβανε.

Λίγο πιο κάτω ο Μιχάλης. Είχε χτυπήσει ένα γκομενάκι (όχι πάνω από 24) και έδειχναν να το απολαμβάνουν και οι δύο.

Η Όλγα (η έταιρη) με το εντυπωσιακό μαλλί (και το ακόμη πιο εντυπωσιακό κορμί) και με τις ρακέτες στο χέρι.

Ο Γιάννης, πιασμένος χέρι-χέρι με την αγαπημένη του.

Ο Δημήτρης, ο Πάνος, ο Γιάννης και ο Άλεξ με τα σφηνάκια τους.

Ο Γιώργος, αραχτός στο σκάφος του.

Η (αγχωμένη, μια φορά και ένα καιρό) Κική με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά, να μοιάζει με ξανθό γυφτάκι.

Η Θάλεια να γελάει και να ξεσηκώνει όλη την παραλία.

Η Νικολέτα να έχει γράψει στα παλιά της την πολεοδομία και να σκέφτεται ποιο θα είναι το επόμενο κοκτέιλ.

Η Βιβή και η Ειρήνη να έχουν ανέβει στα σκαμπό και να λικνίζονται στο ρυθμό της μουσικής.

Ο Ηλίας και η Σία αραχτοί κάτω από ένα φοίνικα, με τα laptop κλειστά και τα μοχίτο στο χέρι.

Η Γκέλη με την πιστωτική του Γιώργου στο ένα χέρι και τη φωτογραφική μηχανή στο άλλο.

Η Ελπίδα με τον έρωτα της ζωής της.

Και η DrLove να βάζει μουσική.

Ρε πούστη μου, τι όνειρο ήταν αυτό... Κάπου εκεί ήταν και η αφεντιά μου. Είχα ξεχάσει δηλώσεις, πελάτες, κτηματολόγια και εργοδοτικές εισφορές. Έπινα το μοχίτο μου και κουνιόμουν στο ρυθμό.


Αν είσαι σπίτι, τότε ετοιμάσου για Χαβάη...






Υ.Γ.: Το αποκορύφωμα ήταν τη στιγμή που εμφανίστηκε ο καρχαρίας. Έκανε τη βόλτα του από τη μια άκρη της παραλίας μέχρι την άλλη, όρμηξε, άρπαξε τη Συγχωρεμένη και εξαφανίστηκε. Είναι αυτό που λέει η Βιβή: δεν εύχομαι να πάθεις κακό, αλλά δε πα' να σε ξεβράσει και το κύμα...

Τρίτη, 24 Ιουνίου 2008

Κύκλος είναι η γαμημένη η ζωή

Το ραντεβού ήταν στη γνωστή ώρα. Πάντα λίγο μετά τις 12. Μόνο το μέρος άλλαζε κάθε φορά. Άλλοτε για φαγητό, άλλοτε για ποτό. Πάντα ευχάριστα, πάντα φιλικά, πάντα με συζήτηση που γούσταρα να κάνω. Αυτή τη φορά το πρόγραμμα έλεγε σούσι. Κι όμως, κάποτε το μισούσα το γαμημένο το σούσι. Πως στο διάολο το είχα καραγουστάρει από την πρώτη φορά που είχαμε φάει μαζί?

Θυμάμαι την πρώτη φορά που είχαμε συναντηθεί. Δύο γνωστοί από καιρό, αλλά ουσιαστικά άγνωστοι. Είδα ένα πανέμορφο μουτράκι, το οποίο όμως είχε ζωγραφισμένη επάνω του μια περίεργη στεναχώρια. Φαντάζομαι πως το ίδιο είχε δει κι εκείνη. Μια περίεργη στεναχώρια, δηλαδή, γιατί για το δικό μου το μουτράκι άστα να πάνε. Είχαμε πιει ένα ποτό όλο κι όλο και δεν είχαμε σταματήσει να μιλάμε. Ήμουν ψιλοχάλια εκείνη την εποχή. Εγκλωβισμένος σε μια σχέση που καταλάβαινα πως με σκοτώνει και πως δεν έχει μέλλον. Αλλά χαιρόμουν που επιτέλους τα λέγαμε από κοντά. Κι εκείνη είχε τα χάλια της, αλλά χρειάστηκε να περάσει λίγος καιρός για να μάθω το γιατί. Χαιρετηθήκαμε και συμφωνήσαμε να τα ξαναπούμε σύντομα από κοντά. Το επόμενο πρωί μιλούσαμε στο facebook.

Τι θέλει ένας άντρας από μια γυναίκα για να είναι ευχαριστημένος? Να είναι όμορφη, να είναι έξυπνη, να είναι κοινωνική, να μη του ζαλίζει τα αρχίδια. Αν τη βρει, φροντίζει να μη τη χάσει ποτέ. Αρκεί να είναι έξυπνος. Αν είναι μαλάκας, τότε της φέρεται με το χειρότερο τρόπο. Κι αν είναι μεγάλος μαλάκας, τότε φροντίζει να την τσακίσει.

Ξαναβρεθήκαμε μετά από καμιά εβδομάδα. Τότε ήταν που άρχισε να σπάει ο πάγος. Και μου είπε την ιστορία της. Τον καψουρεύτηκε, του τα έδωσε όλα κι εκείνος της φέρθηκε σα να ήταν κανένα πεταμένο. Και η γκόμενα είχε σαλτάρει. Και αρχίσαμε να βγαίνουμε και να τα λέμε. Εκείνη τον πόνο της, εγώ τον δικό μου. Ήρθε κι ο δικός μου ο χωρισμός και το γλυκό έδεσε. Ένας άντρας και μια γυναίκα, στο ίδιο τραπέζι, να ενώνουν τις δυστυχίες τους και, αυτό είναι το περίεργο, όταν λένε καληνύχτα να αισθάνονται και οι δύο λίγο καλύτερα.

Ήταν ένα βράδυ που είχαμε πάει για κινέζικο. Θυμάμαι πως είχα τις μαύρες μου. Κι εκείνη στα ίδια χάλια πρέπει να ήταν. Έμεινα για λίγα δευτερόλεπτα να την κοιτάζω, από πάνω μέχρι κάτω. Ξανθά μαλλιά, πανέμορφο πρόσωπο, λεπτό και γυμνασμένο κορμί, μια άκρως ερωτεύσιμη γκομενάρα από τις λίγες. Και ψυχούλα, ρε γαμώτο. Καλό παιδί, με όλη τη σημασία που μπορεί να έχουν αυτές οι δύο λέξεις.

Ρε πούστη μου, πόσο μαλάκας πρέπει να είναι ένας άνθρωπος? Ρε τρόμπα, έχεις δει ποτέ τη σκατόφατσά σου στον καθρέφτη? Σου κάθεται τέτοιο μουνί, με τέτοια καλή ψυχή, κι εσύ ρε μαλάκα τι κάνεις?

Πέρασαν οι μήνες.

Βρεθήκαμε χθες. Στη γνωστή ώρα, για σούσι. Το προσωπό της φαινόταν χαρούμενο. Δε ξέρω αν φαινόταν και το δικό μου, πάντως κι εγώ χαρούμενος είμαι αυτές τις μέρες. Της είπα πρώτος εγώ τα δικά μου, τα ευχάριστα. Μετά μου είπε κι εκείνη τα δικά της. Πολύ καλό παιδί, πολύ ευγενικός, πολύ δοτικός, δείχνει όλο το ενδιαφέρον του και γουστάρω. Ακόμη δε ξεκόλλησα από τον άλλον, αλλά τουλάχιστον αισθάνομαι καλά.

Φιλενάδα, αφού αισθάνεσαι καλά, όλα είναι οκ. Όσο για τον άλλον, αγάμητος θα σκυλογεράσει. Και το ξέρουμε και οι δύο.

Δευτέρα, 26 Μαΐου 2008

Silicon Valley

Είναι κάποια πράγματα που τα λες και γίνεσαι αντιπαθής. Ωστόσο, έτσι είναι και αυτό δε μπορεί να αλλάξει.

Κυρίες μου, αγάπες μου γλυκές, όσα και να δώσετε στον πλαστικό χειρουργό για να κάνει το βυζί σας να μοιάζει με βυζί δεκαπεντάχρονης, δεν θα γίνετε ποτέ ξανά δεκαπεντάχρονες. Γερνάτε. Πάρτε το χαμπάρι.

Το λέω, γιατί αυτό που μου έμεινε από το πρώτο μου σαββατοκύριακο στις παραλίες ήταν το ότι η μια στις πέντε έχει πλέον ψεύτικα βυζιά. Και είναι και τόσο ηλίθια, που πιστεύει πως οι άντρες δεν το καταλαβαίνουν.

Χίλιες φορές κρεμασμένο και αληθινό, παρά στητό και ψεύτικο. Period.

Παρασκευή, 23 Μαΐου 2008

Πρωτόγνωρες καταστάσεις

Βγαίνω πλέον κάθε μέρα, αλλά με διαφορετική παρέα. Συναντώ φίλους, φίλες, παλιές γκόμενες, γκόμενες που γνώρισα πρόσφατα. Δεν έχω κανένα άγχος για το πότε θα κλείσω το γραφείο. Και δεν έχω και κανένα άγχος για το τι θα κάνω αφότου κλείσω το γραφείο. Άλλες φορές παίρνω το αυτοκίνητο, άλλες όχι. Βασικά, όταν έχω διάθεση να πιω, δεν το παίρνω με τίποτα. Πράγμα που σημαίνει πως δεν καταπιέζω πλέον τον εαυτό μου. Αν θέλω να κατεβάσω δέκα Ursus-RedBull, τα κατεβάζω με την ησυχία μου. Αν θέλω να κατεβάσω δέκα σόδες (έχουμε μόνο Σουρωτή είπε προχθές η κοπελίτσα στο Belair - χο χο χο!), τις κατεβάζω κι αυτές. Μου λείπει, βέβαια, ο ύπνος, αλλά μ'αυτόν τον τύπο δεν είχα ποτέ ιδιαίτερα καλές σχέσεις. Οπότε, χέστηκα.


Μιλάω με φίλους στο τηλέφωνο, με τις ώρες. Κάνουμε σχέδια για εξόδους, ταξίδια, βόλτες με τα ποδήλατα. Και τα πραγματοποιούμε κιόλας. Σερφάρω στο internet, αλλά με μέτρο. Όσο χρειάζεται για να μη ξεφύγει η κατάσταση από το "περνάω καλά" και πάει στο "τείνω να εθιστώ". Με το κινητό μου, όλα καλά. Πέρασε ένας χρόνος από τότε που το γύρισα σε κάρτα και έχω βρει την υγειά μου. Και άσε το μαλάκα τον ταξιτζή της διαφήμισης να κάνει απεργία και να ζητάει αύξηση για να πληρώσει το λογαριασμό του. Βάζω πλέον μια κάρτα και κρατάει δύο εβδομάδες. Ίσως και τρεις. Άσε που δεν έχω το μυαλό μου στο κινητό. Χέστηκα κι αν χτυπήσει, χέστηκα κι αν μείνει σιωπηλό για μέρες. Χάρη θα μου κάνει.

Γυμνάζομαι, πλέον, αρκετά τακτικά. Τα πόδια μου έχουν αρχίσει να θυμίζουν πέτρες. Με τα μπρατσάκια μου είναι που δε βλέπω χαΐρι, όπως και με την καμπύλη ευημερίας (βλέπε σκεμπές, για να θυμηθώ και τη λαϊκή μου καταγωγή), αλλά κάτι θα γίνει και μ'αυτά. Έφτασα να καπνίζω μόλις ενάμισι πακέτο την ημέρα. Καθόλου άσχημα, αν σκεφτεί κανείς ότι πριν τρεις μήνες δε μου έφταναν ούτε τέσσερα.

Κάνω σεξ όποτε γουστάρω. Αν νυστάζω, δεν υπάρχει περίπτωση να το δοκιμάσω. Ούτε και αν είμαι κουρασμένος. Πόσο μάλλον αν είμαι μεθυσμένος. Τέρμα πια το σεξ από υποχρέωση. Τέρμα τα γαμημένα τα viagra. Ζήτω το αυθόρμητο πήδημα, ζήτω η γκάβλα της στιγμής, ζήτω τα προφυλακτικά. Και που ήμουν δεσμευμένος και έτρωγα όλο το λούκι, πάλι παρέα με τις καπότες έκανα. Τουλάχιστον, τώρα υπάρχει και λόγος.

Κάνω shopping! Φαντάζει απίστευτο, αλλά είναι πέρα ως πέρα αληθινό. Πηγαίνω στα μαγαζιά και δε με πιάνει κανενός είδους άγχος. Μπλούζες, παντελόνια, παπούτσια, ακόμη και για σώβρακα και φανέλες έχω πάει.

Ετοιμάζομαι να μετακομίσω. Να μετακομίσω στο σπίτι που διάλεξα ανάμεσα σε είκοσι και όχι στο πρώτο που πήγα και είδα. Να το φτιάξω όπως θέλω. Όπως γουστάρω.

Έκοψα τα μαλλιά μου κοντά. Πιο κοντά κι από την εποχή που έγλειφα τον αυτοκρατορικό κώλο της μαμάς-πατρίδας. Αντίδραση στον στοιχειώδη καλλωπισμό όσων είναι δεσμευμένοι, αλλά αισθάνονται πως ο γάμος είναι ακόμη μακριά. Έχω μείνει αξύριστος εδώ και τρεις μέρες. Και απολαμβάνω την αίσθηση, κάθε φορά που το χέρι μου ακουμπά το πρόσωπό μου.

Είναι κάτι που είχε να συμβεί από την άνοιξη του 1998. Πριν ένα χρόνο, όταν είχα και πάλι την ευκαιρία να ζήσω κάτι τέτοιο, δεν έκανα τη χάρη στον εαυτό μου. Ήθελα γκόμενα, ο μαλάκας. Μόνιμη γκόμενα, δηλαδή, γιατί αν είναι για δύο φορές την εβδομάδα, αυτό είναι το εύκολο. Και τελικά έχασα την ευκαιρία και έχασα και την ησυχία μου. Τώρα όμως, ευχαριστώ, δεν θα πάρω. Αν προκύψει, καλώς. Αν δεν προκύψει, και πάλι καλώς. Ας είναι καλά δύο αγαπημένες γυναίκες, μια που γνωρίζω αρκετό καιρό και μια που γνώρισα πρόσφατα, που μου άνοιξαν τα στραβά μου με τα λόγια τους. Κορίτσια, σας αγαπάω και τις δύο.

Είμαι single. Και γουστάρω.









Photo: http://watersofthesouth.deviantart.com

Τετάρτη, 21 Μαΐου 2008

Βλαμμένα.

Κυριακή, 15 Ιουλίου 2007, διάλογος:

- Που πήγατε?
- Καβάλα.
- Περάσατε καλά?
- Τέλεια!
- Και τώρα που πας, νυχτιάτικα?
- Πάμε για βραδυνό μπάνιο.
- Καλά, βλαμμένα είστε...


Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2007, διαβάζω στην οθόνη του κινητού μου:

Ήταν ένα απίστευτα όμορφο καλοκαίρι, ένα καλοκαίρι που δε θα ξεχάσω ποτέ. Εύχομαι να μη σταματήσουμε ποτέ να κάνουμε σα βλαμμένα και να είμαστε πάντα όπως τώρα.


Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2007, γράφω στο κινητό μου:

Ήταν μια παράξενη χρονιά. Γεμάτη με πάθος, έρωτα, αγάπη, γέλιο, αλλά και με μίσος, οργή και δάκρυα. Και όλα, άμεσα συνυφασμένα με εσένα. Εύχομαι το 2008 να φέρει γρήγορα τη στιγμή που θα κάνουμε και πάλι σα βλαμμένα και αυτή τη φορά να κρατήσει για πάντα.


Απρίλιος του 2008, γράφω και πάλι στο κινητό μου:

Να πας να γαμηθείς. Βλαμμένη.

Παρασκευή, 16 Μαΐου 2008

Οι σκληροί τύποι δε κλαίνε ποτέ...

Ονομάζεται Ian Fraser Kilmister και γεννήθηκε 24 Δεκέμβρη του 1945, πράγμα που σημαίνει πως είναι δύο χρόνια μικρότερος από τον πατέρα μου και ένα μεγαλύτερος από τη μάνα μου. Είναι γνωστός με το όνομα Lemmy. Είναι ο Lemmy. Ο ένας και μοναδικός, ιδρυτής και αιώνιος leader των Motorhead. Και παρά τα χρονάκια του, εξακολουθεί να ροκάρει σαν τρελός. Μακάρι να φτάσω τα χρόνια του και να κουβαλάω τη δύναμη της ψυχής του.

Επειδή όμως χεστήκατε για τα μουσικά μου γούστα, ο λόγος που τον αναφέρω είναι άλλος. Χθες βράδυ, άκουσα ένα τραγούδι του που είχα να ακούσω ίσως και δέκα χρόνια. Μιλάει για κάτι σκληρούς τύπους που δε κλαίνε ποτέ και για τον ίδιο το Lemmy, ο οποίος έκλαψε...


Still can't believe it, can't stand to leave it
But I know the rules
We were doomed babe, too much too soon babe
Acting like fools

Tried to fly and we climbed too high

We saw it all, we had to fall
But I swear it's true, was all for you
I swear it's true, was all for you

Making love all the time,

Never let the day go by, or a night
Sweet music in the dark
You always found the spark to light my light

Tried to fly and we climbed too high

We saw it all, we had to fall
But I swear it's true, was all for you
I swear it's true, was all for you

The only one babe, to ever break my heart was you,

Such a shame,
Tough guys never cry, but that'll be the day I die,
Speaking your name

Tried to fly and climbed too high

We saw it all, we had to fall
But I swear it's true, was all for you
I swear it's true, was all for you



Να είσαι πάντα καλά, θεέ Lemmy...







ΑΠΟ ΠΟΥ ΞΕΦΥΤΡΩΣΑΝ ΑΥΤΟΙ?

ΑΝΩΝΥΜΟΣ? ΑΣ ΚΑΓΧΑΣΩ...

Sign by Dealighted - Coupons & Discount Shopping